Η Κρήτη λέει είναι νησί, μα για το χαρτογράφο. Για μένα είναι η ΖΩΗ όξω από τον τάφο... (Αγνώστου)

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Χιονισμένοι τόποι

Μπορεί να μπήκε ο Μάρτιος, όμως Άνοιξη δεν μύρισε. Για να δούμε αν θ' αλλάξει κάτι μετά την έναρξη της εαρινής ισημερίας στις 21 Μαρτίου.. Μέχρι τότε είπα να αναρτήσω δύο φωτογραφίες από δύο αγαπημένους μου τόπους. Τα Γιάννενα και την Κρήτη.


Γιάννενα. Μώλος. Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη Γιωργος στις 12 Φεβρουάριου 2012 16:30 στο www.okairos.gr


Ανώγεια. Η πλατεία του Αί Γιώργη, στο Μεϊντάνι. Δημοσιεύτηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2012 στο www.anogi.gr

Κωστής Παλαμάς, ο εθνικός μας ποιητής


Την περασμένη Τρίτη η ΕΤ1 είχε σε επανάληψη την εκπομπή «Μαρτυρίες» του Γιώργου Πετρίτση. Τέσσερεις άντρες που γνώρισαν τον Παλαμα, οι: Δημήτρης Σιατόπουλος, Γιώργος Ντούμας (το παλικάρι που σήκωσε στους ώμους του το φέρετρο του Παλαμά δίπλα στον Άγγελο Σικελιανό), Δημήτρης Συναδινός και Μανώλης Μεγαλοκονόμος, περιγράφουν τη συγκλονιστική μέρα της ταφής του μεγάλου ποιητή την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 1943. 

Παραθέτω την συγκλονιστική περιγραφή του Γιώργου Ντούμα, του Δημήτρη Σιατόπουλου και του Δημήτρη Συναδινού την ώρα του ύστατου χαίρε πάνω από τον τάφο του Κωστή Παλαμά:

Γ. Ντούμας: Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ένας Γερμανός αξιωματικός με στολή χρώματος χακί, όχι πράσινη όπως των άλλων Γερμανών. Με μόνον ένα παράσημο, το διάσημον ένος παρασήμου επάνω στο πέτο του, μάλλον όχι ακριβώς στο πέτο, εκεί που κουμπώνει το μονόπετο σακάκι του το στρατιωτικό και συνοδευόμενος από δύο της Feldgendarmerie (Wikipedia: η στρατονομία του γερμανικού  στρατού από το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων έως το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστή και με το ψευδώνυμο Kettenhunde, δηλαδή "δεμένα σκυλιά", λόγω του κολάρου που φορούσαν οι στρατονόμοι) αυτούς που είχανε τα.. κάτι νεφροειδή μεταλικά.. ήταν η χωροφυλακή. Αυτός ακουμπάει ένα στεφάνι το οποίο κρατούσε επάνω στο φέρετρο και λεέι: «Aus das Drittes Reich für Kostis Palamas. Heil Hitler!!!» (από το 3ο Ράιχ για τον Κωστή Παλαμά. Ζήτω ο Χίτλερ!!!). Κι ήταν η βρισιά που βρώμισε το χώρο.. Όλοι νιώσαμε ότι μας τρύπησε την καρδιά κρύο δολοφονικό μαχαίρι. Στάθηκε για λίγο ο Γερμανός.. το μάτι μου πήρε τον υπογραφή Adolf Hitler με χρυσά γράμματα πάνω στην κόκκινη κορδέλα...

Δ. Σιατόπουλος: ...και το παίρνει ο Σικελιανός εκείνο το στεφάνι, εκείνη την ώρα και του δίνει μια και το σβουρίζει και το πετάει σαν ιπτάμενο δίσκο έξω απ’ τη μάντρα του νεκροταφείου. Εξηφανίσθη το στεφάνι. Κι αρχίζει ο λαός ένα.. ένα χωρικό θα επαναλάβω αρχαίας τραγωδίας, τον Εθνικό Ύμνο: Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη... Ήτανε μια συγκλονιστική ώρα λαού, μια συγκλονιστική ώρα Ελληνισμού, μια συγκλονιστική ώρα Έθνους. Ήτανε ολόκληρη η παράδοση του πνευματικού μας πολιτισμού. Γιατί παράδοση, αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ακριβώς αυτός ο βιωμένος πολιτισμός, ο οποίος έρχεται απ’ τα πανάρχαια χρόνια. Με συμπαθάτε για την κάποια συγκίνηση αλλά δεν είναι δυνατόν να μην έχει συγκίνηση ένας άνθρωπος.

Δ. Συναδινός: Και τότε μια φωνή υψώθηκε στον αέρα. Μια βροντερή φωνή, η οποία τραγούδησε τον Ύμνο της Ελευθεριάς: Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά. 

Γ. Ντούμας: Εγώ τότε είχα μια φωνή τενόρου. Τραγούδησα με την ψυχή μου και ήταν η πρώτη και μόνη φορά που εξετελέσθη, που ακούστηκε, που τραγουδήθηκε ο Εθνικός Ύμνος σε ανοικτό χώρο σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής.

Δ. Συναδινός: Και νόμιζε κανείς ότι θα ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή. Θα ξυπνήσει στο κάλεσμα της μούσας του της ίδιας που του ψυθίριζε εκεί τα ίδια του τα λόγια με πινδαρικό στόμφο: Ξύπνα! Δεν είσαι πλάστης αγαλμάτων. Ξύπνα. Τραγούδια τραγουδάς. Μες το τραγούδι σου είναι ω! διαλεχτέ μου όλες οι σάρκες κι όλες οι ψυχές από τα όνειρα των κρίνων ως των λαών τις δίψες. Ξύπνησε! Για ιδές! Των λαών τις δίψες ήταν το τραγούδι του και του ελληνικού λαού η δίψα για την ελευθεριά είχε έρθει στα χείλη του και με παλλόμενη τη φωνή τραγούδησε τον Ύμνο εκείνη την ιερή ώρα που ο ποιητής του αποχαιρετούσε τη ζωή...

Γ. Ντούμας: Και σε μια στιγμή ακούω πλάι μου ένα λυγμό. Γυρίζω και βλέπω τον Σκίπη να κλαίει με λυγμούς κυριολεκτικά με ένα στήθος που σπαρτάραγε και ζήτησε το χέρι μου για να στηριχθεί.

Δ. Σιατόπουλος: Εκεί ήτανε και η Μαρίκα η Κοτοπούλη. 

Γ. Ντούμας: Ακριβώς!

Δ. Σιατόπουλος: Η οποία Μαρίκα η Κοτοπούλη μαζί με τον Κατσίμπαλη που ο Κατσίμπαλης για να πούμε και στο κοινό το οποίο ίσως δεν έχει κάποια ειδικότερη γνώση.. ο Κατσίμπαλης υπήρξε ο μεγάλος μελετητής του Παλαμά και ο βιβλιογράφος, δηλαδή, ο συντάκτης της βιβλιογραφίας, της παλαμικής βιβλιογραφίας, ένα σπουδαίο περισπούδαστο έργο. Λοιπόν, με την Μαρίκα το ξεκινήσανε μαζί κι όλος ο κόσμος και ήταν ένας βόγγος... και μια λευτεριά... φωνή... να υψώνεται στον αέρα, όπως πολύ σωστά το’πε ο Γιώργος.

Γ. Ντούμας: Και την ίδια στιγμή ακούω την παλμική, βαθιά φωνή της Μαρίκας της Κοτοπούλη αριστερά μου να λέει στο Σκίπη: «Σωτήρη, Σωτήρη όχι κλάμματα εδώ μη μας δούνε αυτοί να κλαίμε. Σπίτι μας να κλάψουμε όσο θέλουμε. Αλλά μη μας δούν αυτοί να κλαίμε!!!». Το επανέλαβε. Ερίγησε για λίγο, τον ένιωσα να ριγεί καθώς κρατιόταν επάνω μου αλλά έπαψε να κλαίει. Και... για μένα αφού τράβηξαν μια φωτογραφία της Μαρίκας Κοτοπούλη με την Ελένη Παπαδάκη, αγκαλιασμένες να φεύγουνε, έφυγα κι εγώ απ’ το νεκροταφείο με μια τελευταία ματιά στον άγγελο που μ’ ελευθέρωσε. Γιατί τη μέρα εκείνη, ξύπνησα το πρωί σκλάβος αλλά το βράδυ κοιμήθηκα ελεύθερος...

...Νομίζω δε χρειάζεται να γράψω άλλα.. Όσοι θέλετε να δείτε την εκπομπή, την οποία συστήνω ανεπιφύλακτα, υπάρχει στο ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ. 

Παρακάτω αναδημοσιεύω ένα άρθρο για να γνωρίσουμε λίγο τον Παλαμά. Θα μου επιτραπεί να μου αφιερώσω ένα στίχο του Κωστή Παλαμά που με αντιπροσωπεύει απόλυτα: 

Είμαι απ' την Κρήτη. Απ ' το νησί που δεν γερνά, δέ γέρνει, και σκλαβωμένο, ασκλάβωτο πάντα 'ναι, για να δίνει μαθήματα λευτεριάς.




Αναδημοσίευση του  άρθρου: "Κωστής Παλαμάς, ο ποιητής της Μεγάλης Ιδέας" της περιοδικής έκδοσης του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου "Κρητικοί Ορίζοντες", τ. 7, Ηράκλειο 1998, σελ. 163-172. 
Στο άρθρο έχει γίνει προσθήκη κειμένων από το λήμμα: Παλαμάς Κωστής του Γ. Π. Κουρνούτου, ΥΔΡΙΑ Ελληνική και Παγκόσμια Μεγάλη Γενική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 42ος, Όλυμπος - Παπαζ, Εταιρία Ελληνικών Εκδόσεων Α.Ε., ΑΘΗΝΑ, 1987, σελ. 376 - 378.

  Η μετεπαναστατική Ελλάδα τις ίδιες δυσκολίες που αντιμετωπίζει στον πολιτικό, αντιμετωπίζει και στον πνευματικό χώρο. Οι ίδιες συντηρητικές δυνάμεις που κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή, κυριαρχούν και στην πνευματική ζωή του τόπου. Ο Κάλβος αγνοείται, ο Σολωμός υποτιμάται, κύρια εξαιτίας της γλώσσας του. Υψηλαί ιδέαι ντυμένες με πενιχρό ένδυμα, θα χαρακτηρισθεί η ποίησή του.
  Οι πνευματικοί μας μέντορες τρέφουν την αφελή αυταπάτη ότι η ανασύσταση της αρχαίας γλώσσας θα αναστήσει και το πνεύμα τους, αντίληψη που βολεύει κάθε μορφής πολιτική συντήρηση, αφού δημιουργεί ένα ακόμη πρόσθετο φραγμό ανάμεσα στο λαό και στην οποιαδήποτε κοινωνική ελίτ. Και όπως από μια πεθαμένη γλώσσα δεν μπορεί να δημιουργηθεί παρά μια άψυχη ποίηση, καθώς τίθεται στην υπηρεσία μιας ψυχορραγούσας φεουδαρχίας, έτσι και η Ρομαντική Σχολή των Αθηνών, που κυριάρχησε στα ελληνικά γράμματα από το 1830 έως το 1880, δεν πρόσφερε παρά μια ποίηση χαμηλής ποιότητας, που σήμερα δεν έχει παρά μόνο γραμματολογικό ενδιαφέρον. Ο Ρομαντισμός σαν σχολή, ήδη στην υπηρεσία των αντιδραστικών δυνάμεων στην Ευρώπη, εκφράζει με την απαισιοδοξία του το ψυχοράγημα της τάξης που τον έθρεψε σαράντα ολόκληρα χρόνια.
  Όμως η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Η νεοδημιουργούμενη αστική τάξη στην Ελλάδα άρχισε να διεκδικεί το μερίδιό της στην πολιτική εξουσία, προσπαθώντας να βγάλει την Ελλάδα από την οικονομική και κοινωνική αποτελμάτωση. Η πρώτη μεγάλη νίκη της τάξης αυτής έγινε την δεκαετία του 80, δεκαετία που ονομάστηκε δεκαετία Τρικούπη, από το όνομα του πολιτικού εκπροσώπου της που κυριαρχούσε τότε στην πολιτική σκηνή. Ο Τρικούπης έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να οδηγήσει την Ελλάδα στο δρόμο του εκσυγχρονισμού, και τα επιτεύγματα υπήρξαν σημαντικά.
  Η δύναμη της νέας αστικής τάξης εκδηλώθηκε και στον πνευματικό χώρο με μια αναγέννηση στη λογοτεχνία, που ξεκινάει με τον Παλαμά (σελ. 163) και καθοδηγείται θα λέγαμε από την επιβλητική πνευματική του φυσιογνωμία, ενώ με τον Ψυχάρη αποδύεται σε ένα σφοδρό αγώνα για την καθιέρωση του γλωσσικού οργάνου με το οποίο επιχειρείται αυτή η ανανέωση στα γράμματα, δηλαδή τη δημοτική. Ο Παλαμάς, «ξεθάφτει» τους μεγάλους της Επτανήσου, αναζητώντας συμμάχους στον αγώνα του, και τους παρουσιάζει στο Πανελλήνιο.
  Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε το 1859 στην Πάτρα, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε δικαστικός. Βλαστός της γενιάς των Μεσολογγιτών Παλαμάδων με τη μακρά παράδοση στα γράμματα και τους αγώνες του Γένους, πλάστηκε με τούτες τις καταβολές και με ομόλογες προσωπικές εμειρίες του μέσα στο σύστοιχο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του τόπου του και του καιρού του. Στα εφτά του χρόνια έχασε τη μητέρα του, και τον ανέλαβε ο αδερφός του πατέρα του Δημήτριος Ιω. Παλαμάς από το Μεσολόγγι. Εφτά χρονών «άμαθος από πατέρα και άγνωρος από μητέρα κι από κάθε χάδιο ασκλάβωτος» βυθίστηκε στον εαυτό του και «πάντα γυρισμένος μέσα του» θα ομολογήσει στη λιμνοθάλασσα.. «την νιότη μου την άχαρη την έπνιξα σε σένα». Στα 1869, εννιά χρονών, γράφει το πρώτο του ποίημα.
Το 1875 έρχεται στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά μαζί με τον αδερφό του Χρίστο, τον «προστάτη του και παραστάτη του στα πρώτα χρόνια». Δημοσιεύει ποιήματα σε περιοδικά, και το 1866 την πρώτη του ποιητική συλλογή, όμως πτυχίο δεν επρόκειτο να πάρει ποτέ. Η λογοτεχνία τον είχε απορροφήσει ολοκληρωτικά.
  Η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή, «Τα τραγούδια της πατρίδος μου», ήταν μια συλλογή από τα μέχρι τότε ποιήματά του, δημοσιευμένα σε διάφορα περιοδικά. Σ’ αυτή βλέπουμε ήδη τα κύρια χαρακτηριστικά της παλαμικής ποίησης: μια πλατειά θεματολογία που υπάγεται όλη κάτω από τον κοινό παρονομαστή που λέγεται «πατρίδα», μεγάλη ποικιλία μέτρων και στροφικών συμπλεγμάτων, και μια γλώσσα που δανείζεται συνεχώς από την ποίηση του λαού μας: τα τσακίσματα του δημοτικού τραγουδιού, τα μέτρα του μοιρολογιού, και φυσικά των ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο (εδώ φαίνονται και οι επιρροές του από τη συναναστροφή του με τον Νλαογράφο Νικόλαο Πολίτη). Ο δανεισμός φτάνει μέχρι και σε λέξεις και εκφράσεις της καθημερινής ζωής. Ο λυρισμός του είναι στις πιο καλές του στιγμές, ενώ η μεγαλοστομία που χαρακτηρίζει μεταγενέστερα τον ποιητή, μόλις αχνοφαίνεται.
  Ο «Ύμνος στην Αθηνά» βραβεύεται στον Α. Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό. Ο τόνος εδώ χάνει την οικειότητά του, και σ’ όλο το ποίημα επικρατεί το στοιχείο της μεγαλοπρέπειας. «Μόνο αληθώς γλώσσα ζωντανή δύναται να μεταδώσει την πνοή της ζωής εις πλάσματα εκλελειπότων χρόνων και να συνάψει δι’ αφανών κρίκων τους δύο κόσμους»,1 θα πει στην εισήγησή του ο Νικόλαος Πολίτης, χτυπώντας έτσι έμμεσα την αρχαιοκαπηλεία των αρχαϊστών που με επικεφαλής τον Μυστριώτη θα κατηγορήσουν αργότερα τους δημοτικιστές ούτε λίγο ούτε πολύ, ως πράκτορες του σλαβισμού.
  Με την επόμενη συλλογή του (1892) ο ποιητής προχωράει σε ένα ελεύθερο στίχο, με αρκετές επιδράσεις από τον νιόφερτο τότε στην Ελλάδα συμβολισμό. Ο θαυμασμός του για τον Σολωμό φαίνεται από τον τίτλο της συλλογής: «Τα μάτια της ψυχής μου», παρμένος από τον γνωστό (σελ. 164) σολωμικό στίχο: «ανοικτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», εκφράζοντας μ’ αυτόν την πνευματική του εγρήγορση να δεχτεί κάθε καινούρια γόνιμη επίδραση (κυρίως από το χώρο των ιδεών, Νίτσε κ.λπ.), και να καταπιαστεί με μια πλατειά γκάμα θεμάτων. Πολλαπλό, πολύπλευρο, πολυπρόσωπο, πολυάνθρωπο, τον χαρακτηρίζει ο Αυγέρης. Οι αισθήσεις του Παλαμά είναι στραμμένες προς τα έξω, προς την πολλαπλότητα, προκειμένου να συλλάβουν και την πιο ανεπαίσθητη πτυχή της. Οι αισθήσεις του Σολωμού απεναντίας θα έλεγε κανείς ότι είναι νεκρωμένες, προκειμένου να μπορέσει να συλλάβει ο ποιητής απερίσπαστος τα μεταφυσικά του οράματα. Ποιητής της εξωτερικότητας ο ένας, ποιητής της εσωτερικότητας ο άλλος.2 Ο ένας αποζητάει το σφρίγος της ζωής, ο άλλος την ιδεατή αφαίρεσή της. Έτσι ο «Ύμνος στη ζωή» δεν είναι κάτι το συμπτωματικό, αλλά οργανικό στην ποίηση του Παλαμά. Μέσα στη μέθη του διθυράμβου του εγκαταλείπει κάθε σύνεση, και αρνείται ανεπιφύλακτα τη μεταφυσική μιας άλλης ζωής.
  Το 1897 και λίγο πριν από τον πόλεμο, εκδίδεται η συλλογή «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι» επηρεασμένη από τους Γάλλους παρνασσικούς. Σ’ αυτήν περιέχονται σαράντα ποιήματα που είναι στιχουργικά ομοιόμορφα: Κάθε ποίημα αποτελείται από τρία τετράστιχα όπου εναλλάσσονται στίχοι ιαμβικοί και αναπαιστικοί. Εδώ ο ποιητής εκφράζει τη σημασία που αποδίδει στη φόρμα, και σ’ αυτή την τολμηρή επινόηση (εναλλαγή ιαμβικών και αναπαιστικών στίχων) είχε σαν βάση της έμπνευσής του τον Κάλβο, στον οποίο μάλιστα αφιερώνει και ένα ποίημα. Αυτός ο μορφικός αυτοπεριορισμός προσδίδει μια λιτότητα στην ποίησή του, κάτι το σπάνιο στην παλαμική τέχνη, την χυμώδη και πληθωρική. «Πως ανταμώνεται αξεχώριστα το παθητικό και το συνηθισμένο! Τι τέχνη που ξέρει τι θέλει, ακριβόλογη, γεμάτη χάρη!», θα γράψει γι αυτή τη συλλογή ο Jean Moreas.3 Εδώ περιέχεται και το γνωστό ποίημα «Καβάλα πάει ο χάροντας τον Διγενή στον Άδη». Σε μια δεκαετία όπου τα γεγονότα συνέθεταν μια έξαλλη υπερφροσύνη εθνικής υπερηφάνειας η οποία και οδήγησε στην πανωλεθρία του 1897, «στο στερνό το σκαλοπάτι» ενός καταστρεπτικού γκρεμού, ο Παλαμάς είναι ευλαβικά δοσμένος στη Μεγάλη Ιδέα.
  Η επόμενη συλλογή βγαίνει πολύ γρήγορα, την επόμενη χρονιά, το 1898. Πρόκειται για τον «Τάφο», όπου ο ποιητής θρηνεί με μερικούς από τους ωραιότερους στίχους του το θάνατο του μικρού γιου του Άλκη (1893 – 1898). «Τι συντριβή για τον πατέρα! Και μαζί τι μεταλλείο για την έμπνευση του ποιητή!» θα πει το 1929 ο ποιητής.4 Η ένταση του βιώματος, η δύναμη της συγκίνησης και του πόνου, δίνουν βάθος στην έκφρασή του, που αναδίδει ένα αίσθημα γνησιότητας. (σελ. 165)

  Άφκιαστο κι αστόλιστο
  του Χάρου δε σε δίνω.
  Στάσου με τ’ ανθόνερο
  την όψη σου να πλύνω.

  Στην «Ασάλευτη ζωή» που εκδόθηκε το 1904 περιέχονται ποιήματα της προηγούμενης δεκαετίας. Σ’ αυτή τη συλλογή βρίσκουμε, λέει ο Δημαράς, «Όλο τον κόσμο του Παλαμά, σε μια τέλεια ενορχήστρωση, σε μια αδευτέρωτη κλίμακα μέτρων και ρυθμών. Από την απλή τρυφερότητα ως τον υψηλό φιλοσοφικό στοχασμό, από το πάθος ως την ασκητική γαλήνη».5 Ξεκινάει με τις «Πατρίδες», σειρά σονέτων αφιερωμένων σε διάφορα μέρη που πέρασε και αγάπησε ο ποιητής.
Συνεχίζει με τα ποιήματα του «Γυρισμού», γραμμένα αμέσως μετά την ήττα του ’97 από τους Τούρκους, σα να ήθελε ο ποιητής «να καταφύγει στα περασμένα του, για κάποια ανάπαψη, φεύγοντας από τα τωρινά που ή τον συντάραξαν ή τον άφηκαν ασυγκίνητο». Σ’ αυτή τη συλλογή περιέχονται και οι «Εκατό φωνές». Ακόμη οι «Ύμνοι και θυμοί», όπου ξεχωρίζει η «Φοινικιά», «ένας ύμνος στον φυσικό κόσμο, που ζει και χαίρεται την πλάση και που ακολουθεί τους νόμους της αβίαστα και φυσιολογικά»6 γράφει ο Φάνης Μιχαλόπουλος στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας για τον ποιητή. Ο ίδιος ο Παλαμάς ομολογεί στην ποιητική του (1933):
  «Μεταφυσική ανησυχία στα πρώτα μου χρόνια... ίσαμε τα τελευταία μου μπορώ να πω πως δεν είχα. Μου έλλειπε η φροντίδα για τα υπερούσια. Ένα συστατικό του τραγουδιού μου: η αίσθηση και η λατρεία της γης αυτής. Το τραγούδι μου δεν βρίσκει στα υπερκόσμια τους ιδεατούς τύπους των πραγμάτων. Ιδανικό μου είναι το κοσμικό».7
  Αντιμεταφυσική, παγανιστική, φυσιολατρική, ρεαλιστική8  είναι η ποίηση του
Παλαμά, αλλά και η τέχνη κάθε ανερχόμενης τάξης. Ο «Ασκραίος» είναι «ο ρωμαλεότερος ύμνος προς τη ζωή και την πραγματικότητα»,9 έκφραση του πνεύματος της αστικής τάξης, που στην ανοδική πορεία της καταφάσκει όλο αισιοδοξία στον εαυτό της και τη ζωή, ενώ οι «Αλυσίδες», που όπως και ο «Ασκραίος» ανήκουν στον κύκλο των μεγάλων οραμάτων, εκφράζουν την πίστη στην ουτοπία, πίστη που διακρίνει κάθε πραγματικά επαναστατική τάξη. Και ο αγώνας της αστικής τάξης, μετά την ταπείνωση του ’97, «γίνεται βιαιότερος και οξύτερος», και τότε είναι που «είδαν το φως τα ριζοσπαστικότερα και επαναστατικότερα περιοδικά, (σελ. 166) που ήθελαν την κοινωνική και διανοητική κάθαρση του τόπου», συνεχίζει ο Μιχαλόπουλος, προχωρώντας στην απαρίθμησή τους.10
  Δυο χρόνια μετά την ήττα του ’97, ο ποιητής αρχίζει να γράφει τον «Δωδεκάλογο του γύφτου», που εκδίδεται το 1907. Αποτελεί ένα συνθετικό ποίημα, που περικλείει όλες τις αντιλήψεις, τους πόθους και τα οράματα του ποιητή. Ο ποιητής, αγανακτισμένος από την ταπείνωση του ’97, ονειρεύεται την καταστροφή, που μέσα από τα συντρίμμια και τις στάχτες της θα προκύψει μια αναγέννηση. Είναι ένα κήρυγμα πίστης στο αναπόφευκτο αυτής της αναγέννησης, πίστης που έχει τις μυθολογικές της ρίζες στον αναγεννώμενο  Άδωνη και στον αναστημένο Χριστό. Ήταν, λοιπόν, «ο ξεχωριστός των ξεχωριστών» αυτός ο «Γύφτος» του αυτοβιογραφικού του «Δωδεκάλογου». Ήταν, και με κοινή ομολογία, «ο ποιητής της γενιάς του ‘80» και αυτή η γενιά ήταν που θα φορτωνόταν το χρέος της «Ανάστασης».
  Ο Παλαμάς στο μεταξύ διορίζεται ως γενικός γραμματέας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, θέση που κρατάει με μια μικρή διακοπή μέχρι τη μέρα της συνταξιοδότησής του. Παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά για να συμπληρώσει τον πενιχρό μισθό του, και μέσα από τα γραφτά του αυτά παρουσιάζεται ένας οξυδερκής κριτικός.
  Ο Παλαμάς δοκίμασε την πένα του και στο διήγημα και στο θέατρο. Όμως από τα λιγοστά διηγήματα που έγραψε μέχρι το 1900, ξεχωρίζει μόνο ο «Θάνατος του παλικαριού», ενώ το θεατρικό του έργο «Τρισεύγενη» (1903) δεν είχε επιτυχία όταν ανεβάστηκε.
  Το 1910 εκδίδεται η «Φλογέρα του Βασιλιά», τρία χρόνια μετά τον «Δωδεκάλογο του γύφτου». Ο ποιητής, όπως μαρτυρεί ο Φάνης Μιχαλόπουλος, καταπιάστηκε πρώτα με τη «Φλογέρα του βασιλιά», ενώ τον «Δωδεκάλογο του γύφτου» τον άρχισε μόλις το 1899. Αυτό έχει κάποια σημασία. Λέγει ακόμη: «Η φλογέρα του Βασιλιά» είναι ένα τραγούδι επικό, με σκοπό το ξύπνημα του ηρωικού πνεύματος στην αποκαρωμένη Ελλάδα, ένας απέραντος ύμνος προς τον πόλεμο για τα μεγάλα ιδανικά μας».

  Ένα τραγούδι λοιπόν στη σύλληψή του επικό! Όμως, μας λέγει παρακάτω ο Μιχαλόπουλος, «είναι τόσος ο λυρικός φόρτος του ποιήματος, ώστε η ενότητα αυτή διασπάται και χαλαρώνεται σε βαθμό που να μην κατορθώνουμε πολλές φορές να παρακολουθήσουμε τη δράση των προσώπων και την ψυχολογία τους».11 Και συνεχίζει: «Διαβάζοντας το έργο, ξεχνιέται ο αναγνώστης όχι από το ενδιαφέρον της διήγησης, ή της περιγραφής, ή από τη συγκίνηση των γεγονότων και των σκηνών που περιγράφονται σ’ αυτό, αλλά από το λυρικό μεθύσι, από το λυρικό πάθος, από (σελ. 167) τη λυρική υπερσυγκίνηση που κατέχει τον ποιητή... το στοιχείο της δράσης υποχωρεί στον υπερτροφικό λυρισμό».12
  Όμως ας ακούσουμε δυο λόγια από τον ίδιο τον Παλαμά, που σχολιάζει τη
σύγχρονη ποίηση στον πρόλογο του «Δωδεκάλογου του γύφτου»:
  «Πρώτα απ’ όλα η νέα ποίηση έχει κάτι το κομματιαστό. Είναι το σημάδι που κάνει το ποίημα να παραλλάζει από τις κανονικά, σύμμετρα πλεγμένες, με αρχή, μέση και τέλος ιστορίες,, και το δείχνει πιο πολύ σαν σύντριμμα από κάποιο άλλο ποίημα, που δεν αναπαύει, που είναι σαν την απέραντη μελωδία τη Βαγκνερική».13
  Σαν σύντριμμα! Τέτοια λαμπρά συντρίμματα δεν χαρακτήρισε η κριτική τα αποσπάσματα του Σολωμού; Ο Παλαμάς είναι δέσμιος της ίδιας αντίφασης που ταλαιπώρησε το Σολωμό, μόνο που ο ίδιος μπορεί να δει πιο καθαρά τους όρους αυτής της αντίφασης, χωρίς όμως να τους συνειδητοποιεί σ’ όλο τους το βάθος. Η νέα ποίηση έχει κάτι το κομματιαστό, και αυτόν τον χαρακτήρα της τον αντλεί από το γεγονός ότι είναι λυρική. Μια μακρόπνοη, επική σύνθεση δεν κουράζει, γιατί η εναλλαγή των εικόνων της αφήγησης ανανεώνει συνεχώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Όμως ο καθαρός λυρισμός πρέπει να είναι ολιγόστιχος, αν δεν θέλει να αναλωθεί σε κουραστικούς πλατειασμούς. Έτσι μπορούμε να πούμε, κάθε προσπάθεια σύνθεσης μακρόπνοου έργου είναι προκαταβολικά καταδικασμένη, γιατί πρέπει αναγκαστικά να είναι επική, εκτός κι αν ο ποιητής καταφύγει σε ορισμένες επινοήσεις. Χαρακτηριστική είναι η λύση που βρήκε ο Ελύτης για το «Άξιον εστί», τον τεμαχισμό της σύνθεσης σε μικρά, ανεξάρτητα ποιήματα με χωριστές φόρμες, με μόνο συνδετικό στοιχείο το πνεύμα που περνάει ανάμεσά τους, σαν την «απέραντη μελωδία» που λέει ο Παλαμάς.
  Στη «Φλογέρα του βασιλιά» και στο «Δωδεκάλογο του γύφτου» βλέπουμε πιο ανάγλυφα τα δεσπόζοντα χαρακτηριστικά της ποίησης του Παλαμά, όπως τα περιγράφει πολύ επιτυχημένα ο Αυγέρης, «...το ταραγμένο, το σπασμωδικό στο ρυθμό και στην έκφραση, το δραματικό ύφος, που φανερώνει την ανήμερη, την αντιφατική κι ανικανοποίητη ψυχή του.
  Το παλαμικό τραγούδι συχνά παρουσιάζεται ασυγκράτητο και βίαιο, οι περίοδες έρχονται απανωτές μ’ ένα ορμητικό ρυθμό, σ’ αλλεπάλληλα κύματα, με συνταχτικά σχήματα παραθετικά, όπου γίνεται κατάχρηση του (σελ. 168) συνδετικού «και», έτσι που μοιάζει κάποτε σαν λαχανιασμένο παραλήρημα ή σαν βασανισμένη εξομολόγηση, λυρική και δραματική μαζί. Η φράση του πότε είναι ελλειπτική, απότομη και κοφτή, πότε περισσόλογη, μ’ απανωτούς προσδιορισμούς κι επίθετα, ένας φραστικός σωρείτης». 14
  Μετά τη «Φλογέρα του βασιλιά» που απηχεί τα γύρω του άμεσα προβλήματα του καιρού το, όπως το γλωσσικό και το ο μακεδονικό αγώνα, ο ποιητής δεν θα επιχειρήσει πια να δώσει μακρόπνοο έργο. Ο συγγραφέας του μείζονος τόνου, του εθνεγερτήριου ξεσηκωμού, παραχωρεί τη θέση του στον ελάσσονα τόνο, στην εξομολόγηση και τα «μυστικά μιλήματα της ψυχής», χωρίς να εγκαταλείπει βέβαια εντελώς τον πρώτο τόνο. Απλώς εκείνες τις στιγμές η μούσα του τον χαμηλώνει κάπως.
  Οι «Καημοί της λιμνοθάλασσας» που εκδίδονται το 1912 είναι λυρικές αναπολήσεις της ζωής του ποιητή σ’ αυτή την πόλη. Ο ποιητής αρχίζει πια να γερνάει και να θυμάται τα περασμένα. Στην «Πολιτεία και μοναξιά» που εκδίδεται τον ίδιο χρόνο, ο Παλαμάς, πλάι στις πιο προσωπικές εξομολογήσεις, νιώθει υποχρεωμένος να ψάλλει τις νίκες του πολέμου του 1912-13 που μόλις είχε αρχίσει. Όμως ο τόνος των «Λυρικών παραλειπομένων» είναι που επικρατεί.
  Τα «Παράκαιρα», σαν συνέχεια του «Πολιτεία και μοναξιά», δηλώνουν και με τον τίτλο τους, λέει ο Λίνος Πολίτης, «πόσο ο ποιητής εύρισκε τον ελάσσονα τόνο τους αταίριαστο, μέσα σ’ ένα κόσμο που μόλις είχε βγει από τη δοκιμασία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου»
  «Οι συλλογές που θα ακολουθήσουν», συνεχίζει ο Πολίτης, «δείχνουν κιόλας μια κάμψη - ο ποιητής έχει περάσει τα εξήντα».17 Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στην ποίησή του εκφράζεται μια γενικότερη, κοινωνική κάμψη.
  Η αστική τάξη στην Ελλάδα βρίσκεται σε υποχώρηση. Από τη μια χάνει την προοδευτικότητά της, και από την άλλη την επαναστατική της ορμή. Το προλεταριάτο ήδη από τον προηγούμενο αιώνα άρχισε να κάνει την εμφάνισή του, και αν δεν κάνει δυναμικά την παρουσία του στον πολιτικό στίβο (θα την κάνει αργότερα, και ο Βενιζέλος θα αναγκασθεί να ψηφίσει τον νόμο για το ιδιώνυμο), εντούτοις οι εκπρόσωποί του σπέρνουν το επαναστατικό κήρυγμα στις τάξεις του, και προσεταιρίζονται μια σημαντική μερίδα διανοουμένων. Η ευρωπαϊκή αστική τάξη είναι ήδη από καιρό αντιδραστική, και θα γίνει υπεύθυνη για την αιματοχυσία δύο παγκόσμιων πολέμων. Το αντιδραστικό μικρόβιο δεν μπορούσε να μη μολύνει και τη δική μας αστική τάξη.
  Το ρωσικό προλεταριάτο κάνει δυναμικά την παρουσία του το 1905, σε (σελ. 169) μια «πρόβα τζενεράλε» πριν καταλάβει την εξουσία το 1917. Έντρομοι οι αστοί μας στέλνουν ένα σύνταγμα για να βοηθήσει τους αντεπαναστάτες. Η απειλή από τα κάτω τους κάνει απρόθυμους στον αγώνα τους ενάντια στους από πάνω. Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις προχωρούν πολύ αργά, το Κιλερέρ δεν συγκίνησε. Ο τσιφλικαδισμός θα κυριαρχήσει για πολλά χρόνια ακόμη, ενώ οι συντηρητικοί θα ενισχυθούν. Η δεξιά θα επιβληθεί μετά το 20 στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, σαν η πιο ένθερμη πολιτική δύναμη στον αγώνα ενάντια στην αριστερή ιδεολογία. Οι κεντρώες δυνάμεις θα κυβερνήσουν μόνο σε σύντομα ιντερλούδια.
  Όσο για τη γλώσσα, αρκετά νωρίς παύει να είναι προνόμιο και καύχημα των προοδευτικών αστών. Μέσα στο περιοδικό «Νουμάς» χωρίζονται οι αριστεροί από τους αστούς ήδη από το 1909.
  Όμως το αποφασιστικό κτύπημα στην αστική τάξη το δίνει η μικρασιατική καταστροφή. Ο Παλαμάς δεν θα βρει το θάρρος να την εγκαταλείψει και να προσχωρήσει στην νέα ανερχόμενη τάξη. Θα φλερτάρει μαζί της όπως και ο Καζαντζάκης, το 1913 μάλιστα γράφει τον «Ύμνο της εργατιάς» κατά παραγγελία του Εργατικού Κέντρου της Αθήνας, όμως, παρά τις κατηγορίες, τις οποίες θα αντικρούσει ως συκοφαντικές, μέχρι το τέλος της ζωής του θα παραμείνει αντικομουνιστής.
  Η κύρια πηγή της έμπνευσής του, ο μεγαλοϊδεατισμός, συντρίβεται, και μαζί του και η αισιοδοξία του. Με κομμένες τις φτερούγες, γέρος, τι να γράψει πια; Από βάρδος που ήταν γίνεται αηδόνι, λέει ο Ανδρέας Καραντώνης. Ήδη από τους «Βωμούς», σημειώνει, «ο Παλαμάς έχει παραιτηθεί από τα περισσότερα μελλούμενα έργα του. Περιορίζεται μέσα στην ωραία εκείνη συλλογή, να τους αφιερώνει επιμνημόσυνα ποιήματα, να κλάψει και να θάψει μέσα του τους ‘αγέννητους ίσκιους’, [«τραγούδι του Καραϊσκάκη», «Καλλίμαχος», «Διγενής Ακρίτας», κ. ά.] να τους υψώσει μαυσωλεία».16
  Όμως δεν θα έχει την αξιοπρέπεια να σιωπήσει, όπως ο Κάλβος, όταν χάνεται η
πηγή της έμπνευσής του, η ελληνική επανάσταση. Θα επιμείνει με συλλογές δεύτερης κατηγορίας, που θα επισύρουν την οξύτατη κριτική. Ο Νικόλαος Κάλας επικρίνει με δριμύτητα τους «Δειλούς και σκληρούς στίχους, που εκδόθηκαν στο Σικάγο το 1928. Ενώ ο Καβάφης αποκηρύσσει ποιήματα εκδομένα, ή εν πάση περιπτώσει παρουσιασμένα σε ένα κοινό, όταν παύουν να τον ικανοποιούν, ο Παλαμάς εκδίδει στίχους «περισυλλεγμένους από τα βάθη θηκών και φακέλων που ανήκουν σε κάθε (σελ. 170) λογής περιόδους της ζωής του», όπως ομολογεί ο ίδιος με αφελή ειλικρίνεια.
  Σημειώνουμε τις υπόλοιπες συλλογές του Ποιητή: «Δεκατετράστιχα», «Πεντασύλλαβοι», «Παθητικά κρυφομιλήματα» (1925) «Κύκλος των Τετραστίχων» (1929), «Περάσματα και Χαιρετισμοί» (1931) και οι «Νύχτες του Φήμιου» (1935), η τελευταία του ποιητική συλλογή. Για τον «Κύκλο των τετραστίχων» και για τις «Νύχτες του Φήμιου» θα γράψει ο Λίνος Πολίτης με επιείκεια:
  «Ο ποιητής των μεγάλων επικών συνθεμάτων, που τόσο συχνά κατηγορήθηκε για μεγαλοστομία, δοκιμάζει τώρα τη φωνή του στην περιορισμένη κλίματα του τετράστιχου. Η φωνή βέβαια δεν έχει πια την πρωτύτερη δύναμη, είναι μια φωνή χαμηλή, γερασμένη. Η μελαγχολία της όμως και η νοσταλγική αναπόληση την κάνουν ιδιαίτερα συμπαθητική, και ο θελημένος αυτός περιορισμός στο απέριττο μετρικό σχήμα πυκνώνει πολλές φορές την έκφραση, και με την ελλειπτική της διατύπωση της δίνει μια ένταση δραματική:

   «Κυριακή. Παιδάκι. Του δασκάλου πάψη.
   Γλύκα του σπιτιού. Ζωούλα στ’ ακρογιάλι.
   Τώρα την προσμένω τη μεγάλη
   Κυριακή. Για πάντα, λέω, θα μ’ αναπάψει.»17

  Ο Παλαμάς έκανε μια επανάσταση που έμεινε στην Ιστορία της Λογοτεχνίας. Όμως κάθε επανάσταση κάποτε λήγει. Οι ποιητές σήμερα δεν έχουν στόμφο. Ο Παλαμάς αγωνίζεται να μεταδώσει το εθνεγερτήριο  πάθος του, και χρησιμοποιεί τη μεγαλοστομία του για να συνεπάρει. Σήμερα οι ποιητές είναι άνθρωποι που συνομιλούν με τον εαυτό τους, που δεν συνομιλούν καν, απλώς μονολογούν, κι όταν διαβάζεις τα ποιήματά τους έχεις την αίσθηση πως κρυφακούς. Στ’ αυτιά σου φτάνουν μόνο μισόλογα που αγωνίζεται να ανασυνθέσει η φαντασία σου. Ο στόμφος δείχνει σήμερα έλλειψη βάθους. Ο αποσπασματικός, παραληρηματικός, κατακερματισμένος λόγος είναι που εκφράζει καλύτερα τη γεμάτη υπαρξιακά άγχη ταραγμένη εποχή μας. Ο σημερινός ποιητής αγωνίζεται να ξεφύγει από τον αναγνώστη του. Αν κοινωνικοί ποιητές όπως ο Ρίτσος βρίσκονται κάποτε στο επίκεντρο μιας κοσμικής επικαιρότητας, σουρεαλιστές όπως ο Ελύτης παίρνουν το Νόμπελ και εξαφανίζονται. Όσο για τους υπαρξιακούς ποιητές, αυτοί αποτελούν μια μεγάλη στρατιά αφανών ηρώων. Η ποίηση δεν είναι πια ο αναγνωρισμένος θεός. Δεν υπάρχει πια (σελ. 171) ευρύ κοινό που να παραληρεί με την ποίηση, όπως το κοινό του Βαλαωρίτη. Η ποίηση είναι μια μυστική λατρεία που εκτελείται κατά μόνας. Δεν υπηρετεί κανένα, δεν θέλει να συμπαρασύρει κανένα. Είναι χαρακτηριστικό πόσο πολυγραφότατοι είναι ποιητές όπως ο Ρίτσος και ο Παλαμάς που θέτουν την ποίησή τους στην υπηρεσία μιας κοινωνικής ιδέας, και καταβλημένοι λες από το άγχος μήπως ξεχάσουν να πουν τίποτα στον αναγνώστη και βλάψουν την υπόθεσή τους γράφουν βιαστικά και συχνά με κάποια προχειρότητα. Ο ποιητής στην περίπτωση αυτή δικαιώνεται από τις προθέσεις του, και στέκεται πιο πάνω από την ποίησή του. (σελ. 172)

Σημειώσεις

1. Κ.Θ. Δημαρά, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 1985, σελ. 392.
2. Βλέπε Μάρκου Αυγέρη, Έλληνες λογοτέχνες, Αθήνα 1966, Θεμέλιο, σελ. 141.
3. Φάνης Μιχαλόπουλος, «Κωστής Παλαμάς», στο Αφιέρωμα, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1943, σελ. 162.
4. Κ.Θ. Δημαρά, ο.α, σελ. 395-6.
5.Στο ίδιο, σελ. 396.
6.Φάνης Μιχαλόπουλος, ο.α, σελ. 170.
7.Στο ίδιο, σελ. 170.
8.Στο ίδιο, σελ. 170.
9.Στο ίδιο, σελ. 171.
10. Στο ίδιο, σελ 173.
11.Στο ίδιο, σελ. 182.
12.Στο ίδιο, σελ. 183.
13.Στο ίδιο, σελ. 182.
14.Μάρκου Αυγέρη, ο. α., σελ. 136.
15.Λίνου Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1980, σελ. 197.
16.Ανδρέα Καραντώνη, Νεοελληνική λογοτεχνία, Φυσιογνωμίες Α, Αθήνα 1977, Παπαδήμα, σελ. 293.
17.Λίνου Πολίτη, ο.α, σελ. 198.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Ελλάδα χώρα του φωτός

Μετά από τέσσερις ημέρες κλινήρης λόγω ίωσης, χθες ξύπνησα αρκετά καταβεβλημένη και κατά την καθημερινή συνήθειά μου, τράβηξα τις κουρτίνες να μπει λίγο φως στο σπίτι. Αμέσως αισθάνθηκα υπέροχα. Ένας καταγάλανος ουρανός, πεντακάθαρος και φωτεινός, με καλημέρισε. Δε θυμάμαι πόση ώρα στάθηκα εκεί χαζεύοντας τον ουρανό λες και τον έβλεπα για πρώτη φορά. Διάφορες σκέψεις έρχονταν και έφευγαν από το μυαλό μου. Όλες είχαν ένα κοινό. Ήταν όμορφες και αισιόδοξες. Χαιρόμουν που είμαι καλά και σηκώθηκα από το κρεββάτι για να δω τον ουρανό, που έχω την όρασή μου και μπορώ να απολαύσω αυτό το θέαμα που ηρεμεί σώμα και ψυχή. Τελικά, δεν είναι κλισέ. ΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ και δεν το λέω επειδή είμαι Ελληνίδα. Ξέρω, έχει χίλια μύρια στραβά κι ανάποδα, η κρίση μας έχει κάνει και παραμιλάμε, πολλοί από μας δεν βρίσκουμε κανένα νόημα σε τίποτα αλλά για μια ακόμη φορά συνειδητοποιώ ότι η ευτυχία βρίσκεται σε πολύ απλά και καθημερινά πράγματα. Όπως αυτό το γελαστό πρωινό που μου φέρνει στο νου ότι η Άνοιξη έρχεται σε πείσμα των καιρών και έτσι ανεπαίσθητα ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου κάνοντας με να ξεχάσω και την ίωση και τις έγνοιες μου. Σκέφτομαι.. πολλά μπορούν να μου πάρουν αλλά αυτό τον ουρανό και αυτό το συναίσθημα όχι.. αυτά είναι δικά μου!!

Υ.Γ. 1 Την όμορφη μέρα διαδέχτηκε μια εξίσου όμορφη και γλυκιά βραδιά. Κι ευτυχώς, στο ίδιο μοτίβο συνεχίστηκε και η σημερινή μέρα. Λες και παίρνω δύναμη και κουράγιο από τον καιρό, αισθάνομαι ήδη πολύ καλύτερα..

Υ.Γ. 2 Παρακάτω έχω αναρτήσει ένα εξαιρετικό βίντεο με τις ομορφιές της πατρίδας μας έτσι, για ψυχική ανάταση.



Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Το έγκλημα στο Αποπηγάδι Χανίων. "Σήμερα εμείς, αύριο εσείς"

"...Τέσσερα χρόνια σ' αυτά τα βουνά πολέμουνα τσι Γερμανούς. Εκτελέσανε τον αδερφό μου. Με πήρανε για εκτέλεση εμένα σαράντα τρείς μέρες κι είμαι ανάπηρος.. Και τώρα με την αστυνομία, θα μας επάρουνε την περιουσία που πολέμουνα τέσσερα χρόνια τσι Γερμανούς. Αυτό δεν είναι λυπηρό;; Αυτό δεν είναι τρομακτικό;; Τόση αστυνομία.. Τόσο είναι το κράτος.. Να μη συγκινηθεί.. να μην έρθει ένας άνθρωπος να μας συμπαρασταθεί..."

Ένα συγκλονιστικό βίντεο που πρέπει όλοι να δούμε. Γιατί σήμερα είναι το Αποπηγάδι. Αύριο όμως με μαθηματική ακρίβεια, θα είναι το δικό μου ή το δικό σου χωριό.
Οι εκλογές έρχονται αγαπητέ αναγνώστη. Καλά θα κάνεις να θυμάσαι ότι: "Δεν υπάρχει Δεξιά, δεν υπάρχει Αριστερά, μόνο κόκκαλα υπάρχουν, των Ελλήνων τα ιερά"



Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Η συμφωνία της Βάρκιζας και το Μνημόνιο 2

12 Φεβρουαρίου 1945 υπεγράφη η συμφωνία της Βάρκιζας. 12 Φεβρουαρίου 2012 υπεγράφη το 2ο Μνημόνιο. Τυχαίο γεγονός θα μου πείτε.. Πιθανότατα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι 67 χρόνια μετά η Βάρκιζα μου φαίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ.. Κάνοντας αυτή τη σκέψη, είδα για πολλοστή φορά το βίντεο με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ να παραδίδουν κλαίγοντας σα μικρά παιδιά τα όπλα τους. Στο μυαλό μου έρχονται οι στίχοι από ένα δημοτικό τραγούδι:
..Το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα
το καριοφίλι μου αγκαλιά σαν το παιδί την μάνα..

Σαν σήμερα 16 Φλεβάρη ο ΕΛΑΣ παρέδωσε τα όπλα του. Με βάση την ημερήσια διαταγή της 16ης Φεβρουαρίου 1945 που υπέγραψαν ο στρατηγός Σαράφης και ο Άρης Βελουχιώτης, ο ΕΛΑΣ έπρεπε να διαλυθεί 4 ημέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας. Θα διατηρούνταν μόνο τα τμήματα της Κρήτης όπου παρέμεναν ακόμα οι Γερμανοί και ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο παραλαβής του οπλισμού του ΕΛΑΣ με ημερομηνία 28 Φεβρουαρίου 1945 και υπογραφή του Άγγλου Ταξίαρχου Αϊκεχεντ, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ παρέδωσαν:

Πυροβόλα διαφόρων τύπων: 100
Όλμους ομαδικούς: 81
Όλμους ατομικούς: 138
Πολυβόλα: 419
Οπλοπολυβόλα: 1412
Αυτόματα τυφέκια: 713
Τυφέκια και πιστόλια: 48973
Τυφέκια αντιαρματικά: 57
Συσκευές ασυρμάτων: 17

Όλος αυτός ο όγκος του οπλισμού προέρχονταν από ιταλικά και γερμανικά λάφυρα πολέμου και από πολύ λίγα συμμαχικά όπλα. Κατά μια στατιστική, οι σύμμαχοι είχαν χορηγήσει στον ΕΛΑΣ σε όλη τη διάρκεια της κατοχής: 10 όλμους, 100 οπλοπολυβόλα, 30 πολυβόλα, 300 αυτόματα και 3000 τυφέκια..



Σύμφωνα με τον Σόλωνα Γρηγοριάδη, "ο πόλεμος δεν είχε λήξει και η σκιά του έπεφτε ακόμα πάνω στην καθημαγμένη χώρα. Στα Δωδεκάνησα υπήρχαν σημαντικές γερμανικές δυνάμεις, με λίγα τάγματα φασιστών Ιταλών που κατείχαν την Ρόδο, την Κω, την Λέρο, την Τήλο και την Κάλυμνο. Στην Κρήτη, 9500 Γερμανοί και 4000 Ιταλοί ήταν ισχυρά περιχαρακωμένοι στα Χανιά και το Ακρωτήρι. Άλλοι 700 Γερμανοί με 50 Ιταλούς κατείχαν οχυρές θέσεις στη Μήλο γύρω από τα θειούχα νερά. Και χρειάστηκε να τερματιστεί η αντίσταση της Γερμανίας για να καταθέσουν τα όπλα οι σκληροτράχηλες αυτές απομονωμένες οπισθοφυλακές. Η φρουρά της Μήλου υπέκυψε την 7η Μαΐου 1945, της Δωδεκανήσου την 8η Μαΐου και τέλος τη νύχτα της 10ης Μαίου, ο Γερμανός στρατηγός Ρέντακ, προσερχόταν στη βίλα Αριάδνη του Ηρακλείου για να παραδώσει τα στρατεύματά του στον Ανώτατο Σύμμαχο Αρχηγό Μεσογείου ταξίαρχο Κίρκμαν και στον Έλληνα στρατιωτικό διοικητή Κρήτης υποστράτηγο Φουντουλάκη. Μόνο όμως την 19η Μαϊού έμπαιναν οι ελληνικές αρχές στα Χανιά και την επομένη διαλυόταν ο ΕΛΑΣ Κρήτης."

Πηγές:
Βουρνάς Τάσος, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος Γ', Εκδόσεις Πατάκη
Γρηγοριάδης Σόλων, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, Τόμος Β', Εκδόσεις POLARIS

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Muchas gracias Καββαδία..

                         Νίκος Καββαδίας (11 Ιανουαρίου 1910 - 10 Φεβρουαρίου 1975)



Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη 9 -15 Φεβρουαρίου 2012



Η εκδήλωση αφιερώνεται στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, καθώς ο Εμφύλιος υπήρξε μια από τις κεντρικές συνιστώσες του κινηματογραφικού του έργου.


Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος διοργανώνει σε συνεργασία με τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και το τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΕΜΜΕ) του Πανεπιστημίου Αθηνών το αφιέρωμα Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη. Στο αφιέρωμα συνεργάζονται επίσης το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ), η Διεύθυνση-Μουσείο Αρχείου της ΕΡΤ και η Ταινιοθήκη του Βελγραδίου (Jugoslovenska Kinoteka).


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

ΠΕΜΠΤΗ 09/02
ΑΙΘΟΥΣΑ Α
Είσοδος με προσκλήσεις
19.30 Στρογγυλή τράπεζα «Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη: η μυθοπλασία»
 Είσοδος με προσκλήσεις       
21.30 «Οι Κυνηγοί» Θόδωρος  Αγγελόπουλος 165΄ Προλογίζει η Εύα Κοταμανίδου
   
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10/02
ΑΙΘΟΥΣΑ Α
17.30 Οι παράνομοι Νίκος Κούνδουρος 92΄
19.15 Χάππυ Νταίη Παντελής Βούλγαρης 100΄, Προλογίζει η Μαρία Κομνηνού
21.00 Ο Μεγαλέξαντρος Θόδωρος Αγγελόπουλος 210΄
         
ΑΙΘΟΥΣΑ Β
20.00 Ο νέος Παρθενώνας Ομάδα των 4 74’
22.00 Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου 1: Αθήνα-Το μήλον της έριδος Ροβήρος Μανθούλης  52΄
ΣΑΒΒΑΤΟ 11/02
ΑΙΘΟΥΣΑ Α
18.00 Η κάθοδος των εννέα Χρίστος Σιοπαχάς 125΄
 20.15 Ο Θίασος Θόδωρος  Αγγελόπουλος 230΄ Προλογίζει η Αντουανέττα Αγγελίδη
ΑΙΘΟΥΣΑ Β
20.00 Άλλος δρόμος δεν υπήρχε Σταύρος Ψυλλάκης 87’
22.00 Μακρόνησος Ηλίας Γιαννακάκης - Εύη Καραμπάτσου 90’
ΚΥΡΙΑΚΗ 12/02
ΑΙΘΟΥΣΑ Α
17.00 Ελένη Peter Yates 114΄ Ελεύθερη είσοδος
19.00 Τα παιδιά της Χελιδόνας Κώστας Βρεττάκος 118΄
21.00 Τριλογία: Το λιβάδι που δακρύζει Θόδωρος Αγγελόπουλος 170΄
ΑΙΘΟΥΣΑ Β
20.00 Η ζωή στους βράχους Αλίντα Δημητρίου 98’
22.00 Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου 2: Με τα παραδοθέντα όπλα παρά πόδα Ροβήρος Μανθούλης  52΄
ΔΕΥΤΕΡΑ 13/02
ΑΙΘΟΥΣΑ Α
17.30 Ούλοι εμείς εφέντη Λεωνίδας Βαρδαρός 105΄
19.30 Στρογγυλή τράπεζα «Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη: ντοκιμαντέρ και
          αρχειακά τεκμήρια» Είσοδος με προσκλήσεις
21.15 Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος Ροβήρος Μανθούλης55’
          Τα ελληνόπαιδα Radivoje Lola Đukić 21΄
          Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδος Μάνος Ζαχαρίας 26΄
          Αδελφική βοήθεια Trajče Popov- Žorž Skrigin 23΄
          Ελληνικός εμφύλιος: ψηφιακά αρχειακά τεκμήρια 40΄
ΑΙΘΟΥΣΑ Β
20.00 Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου 3: Τρούμαν εναντίον Μάρκου Ροβήρος Μανθούλης  52΄
21.30 Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου 4: Κλιμάκωση ψυχρού & θερμού πολέμου Ροβήρος Μανθούλης  52΄
ΤΡΙΤΗ 14/02
ΑΙΘΟΥΣΑ Α
17.45 Τα χρόνια της θύελλας Νίκος Τζίμας 113΄
19.45 Γράμμος Ηλίας Μαχαίρας 114’
21.45 Ψυχή βαθιά Παντελής Βούλγαρης  130΄
ΑΙΘΟΥΣΑ Β
20.00 Καπετάν Κεμάλ, ο σύντροφος Φώτος Λαμπρινός 72’
22.00 Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου 5: Ύστατη αδελφοκτονία Ροβήρος Μανθούλης  52΄
ΤΕΤΑΡΤΗ 15/02
ΑΙΘΟΥΣΑ Α
17.45 Βασιλική Βαγγέλης Σερντάρης 135΄
20.00 Καραβάν Σαράι Τάσος Ψαρράς 115΄
22.00 Πέτρινα χρόνια Παντελής Βούλγαρης 135΄
ΑΙΘΟΥΣΑ Β
20.00 Εμφύλιος λόγος Διαμαντής Λεβεντάκος 74΄
22.00 Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου 6: Η αρχή του τέλους Ροβήρος Μανθούλης  52΄
Στην προβολή των ταινιών θα παρευρεθούν οι σκηνοθέτες.
Οι ταινίες που περιλαμβάνονται στο αφιέρωμα προβάλλονται σε συνεργασία με τις εταιρείες διανομής Feelgood Entertainment, Odeon, Νεανικό Πλάνο, Village Films, CBS και τους σκηνοθέτες και παραγωγούς που πολύ ευγενικά έχουν εκχωρήσει τα δικαιώματα προβολής. Αντίθετα στο αφιέρωμα δεν έχουν συμπεριληφθεί οι ταινίες οι οποίες ενείχαν κόστος προβολής λόγω του περιορισμένου προϋπολογισμού της εκδήλωσης.
Από τις 9 έως τις 15 Φεβρουαρίου 2012, στο φιλόξενο χώρο της Ταινιοθήκης, η κινηματογραφική αυλαία ανοίγει για μια εβδομάδα γεμάτη εκδηλώσεις και καθημερινές προβολές.Μοναδικά κινηματογραφικά τεκμήρια της εποχής, ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ σχολιάζονται από τους δημιουργούς τους και άλλους ειδικούς και πλαισιώνονται από ευρύτερες εκδηλώσεις. Σε δύο στρογγυλές τράπεζες, στις 9 Φεβρουαρίου για τον εμφύλιο και τη μυθοπλασία και στις 13 Φεβρουαρίου για τον εμφύλιο και το ντοκιμαντέρ, σκηνοθέτες και άνθρωποι του κινηματογράφου, κοινωνιολόγοι και ιστορικοί συζητούν μεταξύ τους αλλά και μοιράζονται με το κοινό σκέψεις και απόψεις για τις ποικίλες αποτυπώσεις του εμφυλίου πολέμου στην οθόνη.
Η έναρξη του αφιερώματος θα γίνει την Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου στις 19.30 με τη στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη: η μυθοπλασία». Θα ακολουθήσει η τιμητική προβολή των Κυνηγών του Θόδωρου Αγγελόπουλου στις 21.30. Την προβολή θα προλογίσει η ηθοποιός Εύα Κοταμανίδου.
Στη στρογγυλή τράπεζα συμμετέχουν: Κώστας Βρεττάκος-σκηνοθέτης, Μαρία Κατσουνάκη- κριτικός κινηματογράφου, Μαρία Κομνηνού-αν. καθηγήτρια, Πέπη Ρηγοπούλου-καθηγήτρια, Τάσος Ψαρράς-σκηνοθέτης.  Συντονίζει ο καθηγητής Ηλίας Νικολακόπουλος.
Στην δεύτερη στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη: ντοκιμαντέρ και αρχειακά τεκμήρια» που θα γίνει την Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου στις 19.30 συμμετέχουν οι: Βασίλης Αλεξόπουλος-διευθυντής Μουσείου-Αρχείου της ΕΡΤ, Ηλίας Γιαννακάκης-σκηνοθέτης, Μάνος Ζαχαρίας-σκηνοθέτης, Ροβήρος Μανθούλης-σκηνοθέτης, Φώτος Λαμπρινός-σκηνοθέτης, Τάσος Σακελλαρόπουλος-ιστορικός, Θανάσης Σκρουμπέλος-σκηνοθέτης και συγγραφέας. Συντονίζει η ιστορικός-ερευνήτρια Ιωάννα Παπαθανασίου. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών καθηγητής Θεοδόσης Πελεγρίνης.
Το εκτενές αυτό αφιέρωμα που πραγματοποιείται για πρώτη φορά στη χώρα μας, επιχειρεί να καλύψει ένα κενό. Φιλοδοξεί σε μια ολοκληρωμένη και καθόλα αντιπροσωπευτική παρουσίαση των κινηματογραφικών εγγραφών που σήμερα διαθέτουμε για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Έχοντας ως αφετηρία τις αρχικές καταγραφές, που προώθησε την εποχή της σύγκρουσης, με τη μορφή επικαίρων και μικρών ενημερωτικών ταινιών, η προπαγάνδα των δύο αντίπαλων στρατοπέδων, το αφιέρωμα εκτείνεται στην επισκόπηση της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής επί έξι και πλέον δεκαετίες. Αποσκοπεί έτσι σε μια νέα ανάγνωση των τρόπων με τους οποίους ο ελληνικός κινηματογράφος ενσωμάτωσε και διαπραγματεύτηκε την εμφύλια σύγκρουση, χρησιμοποιώντας άλλοτε τη μυθοπλασία και άλλοτε, όπως τα τελευταία κυρίως χρόνια, το δημιουργικό ντοκιμαντέρ.
Συνδεδεμένος με το τραύμα και τις απαγορεύσεις, που τον συνόδευσαν από την αρχή, αλλά και παίζοντας με τις σιωπές, ο εμφύλιος πόλεμος δεν καθιερώθηκε ως ιδιαίτερα πρόσφορο πεδίο για τη μεγάλη οθόνη. Αν η άρση των απαγορεύσεων το 1974 συντέλεσε στην οριστική ένταξή του στη θεματολογία του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, δεν έλειψαν, ωστόσο, από νωρίς οι σχετικές αναφορές. Με τη μορφή συνδηλωτικών σχολίων ο εμφύλιος πόλεμος εισήλθε δια της τεθλασμένης στο κινηματογραφικό προσκήνιο στα σκοτεινά μετεμφυλιακά χρόνια, πριν τροφοδοτήσει τις ιδεολογικές συντεταγμένες της κινηματογραφικής παραγωγής στα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας. Στη συνέχεια, οι κοινωνικές επιπτώσεις του –ένας πόλεμος χωρίς πόλεμο- και οι μνήμες θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της νέας γενιάς σκηνοθετών που στη συντριπτική πλειοψηφία τους δεν αρνήθηκαν τις ιδεολογικές τους συγγένειες με την Αριστερά. Οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι «ανταρτόπληκτοι» και οι πρόσφυγες, οι οικογενειακές τραγωδίες, οι μνήμες και τα αδιέξοδα, διέτρεξαν τις ρεαλιστικές αναπαραστάσεις και τις αλληγορικές αναφορές και αναπαρήγαγαν τα κυρίαρχα πρότυπα του αριστερού αφηγήματος. Τα τελευταία χρόνια οι κάμερες καταγράφουν και δύο νέες εκδοχές. Πρόκειται για τη στρατιωτική διάσταση του εμφυλίου πολέμου αλλά και για την κατάθεση της βιωμένης εμπειρίας, η οποία με τη μορφή του ντοκιμαντέρ δοκιμάζει νέους τρόπους κινηματογραφικής αφήγησης.
Τις διαφορετικές αυτές εγγραφές της εμφύλιας αναμέτρησης, όπως εμφανίστηκαν από την έκρηξή της μέχρι τις μέρες μας, επιχειρεί να αναδείξει το εν λόγω αφιέρωμα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, δίπλα στις καθιερωμένες προβολές, το αφιέρωμα μας καλεί να αναστοχαστούμε στη βάση μιας παράλληλης ανάγνωσης των ταινιών οι οποίες υπακούουν σε διαφορετικές εποχές και ιδεολογίες αλλά και σε διαφορετικούς κανόνες, σχολές και ρεύματα. Ενώνονται, άραγε, οι ταινίες αυτές, παρά τις ασυνέχειες και τις σιωπές, με τα λεπτά νήματα μιας άρρητης συνέχειας;  
Χορηγοί επικοινωνίας:
ΕΡΤ, Τρίτο Πρόγραμμα 95.6 FM, NET 105.5 FM, ΣΚΑΪ 100,3 FM, Athens Voice, Στο κόκκινο 105.5 FM, Αθήνα 9.84 FM, ελculture.gr, tvxs.gr, clickatlife.gr, cinemag.gr, sevenart.gr,cinemanews.gr, myfilm.gr, forfree.gr
Αρχειακά τεκμήρια
Η προβολή και ο σχολιασμός άγνωστων κινηματογραφικών τεκμηρίων της περιόδου του εμφυλίου πολέμου συνιστά ένα από τα βασικά μελήματα του αφιερώματος. Στα σύντομα κινηματογραφικά επίκαιρα που παραχωρήθηκαν από το Διεύθυνση Μουσείου-Αρχείου της ΕΡΤ, προστίθενται άγνωστα και σημαντικά αρχεία που απόκεινται στις συλλογές τηςΤαινιοθήκης της Ελλάδος. Η δωρεά της Ολυμπίας Παπαδούκα και του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Φιλαδέλφειας Μιχάλη Δόριζα εισάγουν στο αφιέρωμα και περιλαμβάνουν μοναδικές σε ευκρίνεια σκηνές από τα Δεκεμβριανά και την οπισθοχώρηση των στρατευμάτων του ΕΛΑΣ, τη συμφωνία της Βάρκιζας, το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1945 και τις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις της Αριστεράς στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σε αυτά προστίθενται λήψειςαπό τα στρατόπεδα κράτησης, τις επισκέψεις υποστήριξης του βασιλιά και Αμερικανών αξιωματούχων στα στρατόπεδα κράτησης και στις πόλεις όπου μαίνεται ο εμφύλιοςκαθώς και την επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα.
Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν δύο ταινίες που εντοπίστηκαν στην Ταινιοθήκη της Σερβίας, στο Βελιγράδι, και προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η πρώτη, Τα ελληνόπαιδα (Grčka Deca, 1948) του Radivoje Lola Đukić περιγράφει την υποδοχή ελληνοπαίδων στο προσφυγικό κατάλυμα στη Bela Crkva. Γυρισμένη την ίδια περίπου εποχή με την ταινία Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδος (1948)των Μάνου Ζαχαρία και Γιώργου Σεβαστίκογλου,η ταινία αποτελεί την εκδοχή της γείτονος και συμμάχου του Δημοκρατικού Στρατού Γιουγκοσλαβίας και επομένως συνιστά μια ακόμη απάντηση στις ελληνικές κυβερνητικές θέσεις περί του παιδομαζώματος.
Οι δύο αυτές ταινίες μας υποβάλουν στην πρόκληση της παράλληλης ανάγνωσής τους. Αντίστοιχα, η απώλεια των σημαντικών κινηματογραφικών αποτυπώσεων που συγκρότησε στο «βουνό» το κινηματογραφικό συνεργείο του Δημοκρατικού Στρατού θα μπορούσε εν μέρει να αναπληρωθεί με τη  δεύτερη ταινία που εντοπίστηκε στη Σερβία. Η Αδελφική βοήθεια (Bratska Pomoć, 1950) των Trajče Popov και Žorž Skrigin, αν και υπακούει στην ανάγκη απάντησης της «αιρετικής» πλέον Γιουγκοσλαβίας στις κατηγορίες «για το πισώπλατο χτύπημα του Τίτο», πραγματεύεται τη βοήθεια που δόθηκε στα χρόνια του εμφυλίου στο Δημοκρατικό Στρατό.
Στον αντίποδά της τοποθετείται ένα μάλλον «υποτιμημένο» και αταύτιστο προπαγανδιστικό υλικό για τη βοήθεια του πλάνου Μάρσαλ στην «εθνική ανοικοδόμηση».
Ταινίες μυθοπλασίας
Επεκτείνοντας στο χρόνο την ιστορική αναδρομή θα διαπιστώσουμε πως μέχρι το 1974 οι ταινίες μυθοπλασίας που άμεσα αναφέρονται στον εμφύλιο είναι ελάχιστες και γυρίζονται κυρίως στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Εξαίρεση αποτελούν οι βραβευμένοι στο Βερολίνο Παράνομοι του Νίκου Κούνδουρου που γυρίζονται στον απόηχο της εμφύλιας αναμέτρησης αλλά πάντως μετά την επανάκαμψη της Αριστεράς και την ανάδειξη της ΕΔΑ στην αξιωματική αντιπολίτευση, το 1958. Καθώς η διατήρηση των διακρίσεων σε βάρος των ηττημένων και η λογοκρισία, οδηγούν στην αποσιώπηση του εμφυλίου, οι ήρωες κι η εποχή σκόπιμα δεν σηματοδοτούνται ξεκάθαρα. Στην ταινία οι «παράνομοι» προσπαθούν, είτε γιατί εμπλέκονται σε παλιές δοσοληψίες είτε γιατί δολοφονούν έναν πλούσιο αγρότη, να διαφύγουν τη σύλληψή τους από τη χωροφυλακή.
 Στην περίοδο της δικτατορίας αναβιώνει το ρεπερτόριο της μετεμφυλιακής πόλωσης, αλλά η έμφαση αποδίδεται στο νέο εθνικιστικό ιδεολόγημα του καθεστώτος. Κινούμενες πάντα στον αντικομμουνιστικό άξονα, οι ταινίες, που εστιάζουν στον εμφύλιο, υπογραμμίζουν την ανάγκη υπέρβασης του παρελθόντος με σκοπό την ανάδειξη του έθνους που μεγαλουργεί μέσα από την ενότητα. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί ο Γράμμος (1971) του Ηλία Μαχαίρα που θα προβληθεί στο πλαίσιο του κινηματογραφικού αφιερώματος.
Η μεταπολίτευση εγκαινιάζει την έκρηξη της παραγωγής. Οι σκηνοθέτες ιδιαίτερα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (ΝΕΚ) θα μπορέσουν πλέον να αναστοχαστούν κινηματογραφικά τη δεκαετία του ’40, χωρίς τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις που έθεσαν τον εμφύλιο, ως θέμα ταμπού, στο περιθώριο για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Εστιάζοντας κυρίως στο τραύμα του εμφυλίου, η ελληνική κινηματογραφία, μετά το 1974, συμπορεύεται με τις επεξεργασίες της μνήμης για τη δεκαετία του ’40 και παρουσιάζει τις επιπτώσεις του εμφυλίου και τα «θύματα» της σύγκρουσης.
Τη νέα αυτή οπτική εγκαινιάζει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με δύο ταινίες από την τριλογία της ιστορίας: το Θίασο (1974-5)και τους Κυνηγούς (1977).
Τα γυρίσματα του Θίασου ξεκινούν τον τελευταίο χρόνο της δικτατορίας και ολοκληρώνονται ένα χρόνο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πτώση της χούντας. Η ταινία-σταθμός για την ανάδειξη ενός μεγάλου δημιουργού στο παγκόσμιο στερέωμα και για την είσοδο της Ελλάδας στην πρώτη γραμμή θα λάβει, το 1975, το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Κανών. Η ιστορία του μπουλουκιού που περιοδεύει στην Ελλάδα ανεβάζοντας την Γκόλφω δίνει μια μοναδική εκδοχή στο ζήτημα της αναπαράστασης της Ιστορίας.
Το δεύτερο μέρος της τριλογίας, οι Κυνηγοί, πραγματεύεται τον συνεχή φόβο της Αριστεράς όπως τον βιώνει η αστική τάξη ως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Το πτώμα ενός αντάρτη που εντοπίζεται από μια ομάδα κυνηγών θαμμένο μέσα στο χιόνι, παραμονή Πρωτοχρονιάς, θα αποτελέσει τον καταλύτη για την διερεύνηση της ένοχης συνείδησης των νικητών.
Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1976, ο Παντελής Βούλγαρης παρέδιδε στο κοινό το βραβευμένο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Χάππυ Νταίη, βασισμένο στο διήγημα Ο λοιμός του Αντρέα Φραγκιά. Η πρώτη ταινία μυθοπλασίας που αναφέρεται στη Μακρόνησο αντιμετωπίζει το στρατόπεδο ως μικρόκοσμο του διχασμού και της αγριότητας που επικρατούσε στη χώρα. Ο Βούλγαρης προσεγγίζει το θέμα με τον ουμανισμό του νεορεαλισμού διανθισμένο με σουρεαλιστικά στοιχεία πετυχαίνοντας ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα.
Η εποχή της «απομυθοποίησης» εγκαινιάζεται τη δεκαετία του ’80 με ταινίες όπως, ο Μεγαλέξανδρος του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Η κάθοδος των εννέα του Χρήστου Σιοπαχά και Τα παιδιά της Χελιδόνας του Κώστα Βρεττάκου.
Ο βραβευμένος με το Χρυσό Λέοντα στη Βενετία Μεγαλέξαντρος(1980) Dominique Eudes, για την σύγκρουση καπεταναίων και κομματικής ηγεσίας. χρησιμοποιεί το ιστορικό γεγονός της σφαγής στο Δήλεσι, θέτοντας εκ νέου τα προβλήματα των συγκρούσεων στην περίοδο της Αντίστασης και του εμφυλίου και υιοθετώντας την ιστορική ερμηνεία του
Βασισμένη στο ομώνυμο αφήγημα του Θανάση Βαλτινού η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας Κάθοδος των εννέα (1984)περιγράφει την κάθοδο μιας μικρής ομάδας ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού προς τον Ταΰγετο κι από εκεί στη θάλασσα μετά την επιτυχία των επιχειρήσεων του κυβερνητικού στρατού στην Πελοπόννησο. Η τύχη τους είναι προδιαγεγραμμένη.
Παρόμοια είναι και η ιστορία που αφηγείται στα Χρόνια της θύελλας (1984) ο Νίκος Τζήμας, ο οποίος λίγα χρόνια νωρίτερα γυρίζει και τον Άνθρωπο με το γαρύφαλλο για τον Μπελογιάννη. Η προσπάθεια δύο ανταρτών που μάταια προσπαθούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Βόρεια Ελλάδα.
Το ιστορικό γεγονός της εκκένωσης των παραμεθόριων χωριών στο τέλος του εμφυλίου και της εγκατάστασης των προσφύγων στα επιταγμένα κτίρια στη Θεσσαλονίκη αποτελεί τον καμβά για το βραβευμένο στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης Καραβάν Σαράι (1986) του Τάσου Ψαρρά.
Ο σπαραγμός του εμφυλίου προβάλλεται και πάλι μέσα από μια προσωπική ιστορία στα Πέτρινα χρόνια (1985) του Παντελή Βούλγαρη. Η αληθινή ιστορία ενός ζευγαριού αγωνιστών της Αριστεράς, που εκτοπίζονται σε διαφορετικά στρατόπεδα και ξανασυναντιόνται μετά από πολλά χρόνια, μαζί με το παιδί τους, συγκίνησε το μεγάλο κοινό.
Ο  Κώστας Βρεττάκος, στα Παιδιά της Χελιδόνας (1987), εμπνευσμένος από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Διονύση Χαριτόπουλου, προσεγγίζει με πιραντελλική διάθεση την διακεκαυμένη ζώνη διερεύνησης της εμφύλιας σύγκρουσης. Ένας δημοσιογράφος κι ένας νεαρός σκηνοθέτης αναζητούν πληροφορίες για την ιστορία μιας οικογένειας που βρέθηκε τοποθετημένη σε αντίπαλα στρατόπεδα στην εμφύλια σύγκρουση. Η τηλεοπτική αναζήτηση καταλήγει στην ιστόρηση των διαφορετικών εκδοχών και λειτουργεί εκρηκτικά.
Στις βιωματικές μυθοπλασίες κατατάσσεται η ταινία Ελένη (1985) του Πίτερ Γέιτς (Peter Yates) με τους Κέιτ Νέλιγκαν και Τζον Μάλκοβιτς, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο-μαρτυρία του Νίκου Γκατζογιάννη (Nick Gage). Η δραματοποιημένη εκδοχή της δολοφονίας της μητέρας του συγγραφέα στο χωριό Λιά Φιλιατών της Ηπείρου την περίοδο του εμφυλίου ιστορείται ως η θυσία μιας γυναίκας να σώσει τα παιδιά της από την αναγκαστική στρατολόγηση και αποστολή στις «φιλικές» χώρες από τις δυνάμεις του Δ.Σ. Από την ορεινή ήπειρο του 1949 ξεκινά και η βραβευμένη από τη Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Βασιλική (1997) του Βαγγέλη Σερντάρη μια ερωτική ιστορία με φόντο την ελληνική επαρχία, την εποχή που η μισαλλοδοξία και οι άλλες συνέπειες του εμφύλιου, καθόριζαν αποφασιστικά τις ανθρώπινες σχέσεις.  Από το επίκεντρο του εμφυλίου στην Ήπειρο ο Λεωνίδας Βαρδαρός μας μεταφέρει στην Ικαρία στην ταινία του Ούλοι εμείς εφέντη (1998). Οκτώ αντάρτες, υπακούοντας στην εντολή του κόμματος «το όπλο παρά πόδα», συνεχίζουν για έξι χρόνια να κρύβονται στο νησί αρνούμενοι να παραδοθούν. 
Οι Παντελής Βούλγαρης και Θόδωρος Αγγελόπουλος θα επιστρέψουν μια 20ετία αργότερα στον εμφύλιο, ο πρώτος με το Ψυχή βαθιά, το 2009, και ο δεύτερος με Το λιβάδι που δακρύζει, το 2004, που αποτελεί το πρώτο μέρος της λεγόμενης «τριλογίας» με θέμα την μοίρα του ελληνισμού μέσα από αναφορές στον Θηβαϊκό κύκλο.
Ξεκινώντας το 1919 με την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στην Οδησσό και το ξεριζωμό της ελληνικής παροικίας και τελειώνοντας το 1949 με το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου,Το λιβάδι που δακρύζει περιγράφει την ιστορία μιας γυναίκας. Πρόσφυγας από την Οδησσό και ταυτόχρονα  φιγούρα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, η Ελένη υποφέρει τα δεινά της δικτατορίας του Μεταξά, της Κατοχής και του Εμφυλίου και χάνει τα δυο της παιδιά που βρίσκονται στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.
Το κλασικό μοτίβο της ιστορίας δύο αδελφών που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα επανέρχεται στη Ψυχή βαθιά. Έχοντας επιστρατευτεί από τον Εθνικό και το Δημοκρατικό Στρατό ως οδηγοί στα δύσβατα μονοπάτια και στα περάσματα του Γράμμου και του Βίτσι, τα δυο αδέλφια δεν απαρνούνται τους δεσμούς του αίματος. Σε αυτή τη σύγκρουση που προκάλεσαν οι «ξένοι», η εγκληματική τακτική του κυβερνητικού στρατού να αποδεχτεί τον βομβαρδισμό των θέσεων των ανταρτών με βόμβες ναπάλμ αντιπαρατίθεται στην εμμονή του επιτελείου των ανταρτών να μην προχωρήσει σε ανακωχή παρά τη διαφαινόμενη ήττα.
Ντοκιμαντέρ
Η πρώτη απόπειρα καταγραφής μιας πτυχής του Εμφυλίου γίνεται στη μεταπολίτευση, το 1974, με το Νέο Παρθενώνα της γνωστής «Ομάδας των Τεσσάρων». Ο πρόσφατα χαμένος Κώστας Χρονόπουλος και οι Γιώργος Χρυσοβιτσάνος, Σπύρος Ζάχος και Θανάσης Σκρουμπέλος θα αποτελέσουν το πρώτο συνεργείο κινηματογραφιστών που θα φθάσει στα μαρτυρικά νησιά της Μακρονήσου και της Γυάρου.
Ακολουθεί ο Εμφύλιος λόγος του Διαμαντή Λεβεντάκου το 1978, ντοκιμαντέρ στο οποίο ο σκηνοθέτης ανασυνθέτει την περίοδο από την εθνική αντίσταση μέχρι και την απελευθέρωση, μέσα από τους διαφοροποιημένους λόγους της Δεξιάς και της Αριστεράς, επιχειρώντας να αναπαραστήσει την ιδεολογική σύγκρουση που οδηγεί στην εμφύλια σύρραξη.
Μια δεκαετία αργότερα, το 1997, γυρίζεται το ντοκιμαντέρ Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος μέσα από το φακό ενός έλληνα σκηνοθέτη που ζει στο Παρίσι. Ο Ροβήρος Μανθούλης θα λάβει το ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Τηλεοπτικών Προγραμμάτων (F.I.P.A.) του Μπιαρίτζ. Η παραγωγή παρουσιάστηκε σε δυο εκδοχές, μια σχεδόν ωριαία και μια εξάωρη. Η ωριαία βερσιόν αποτελεί μία ιστορική καταγραφή των γεγονότων του εμφυλίου που περιλαμβάνει αρχειακό υλικό από το συνεργείο του Δημοκρατικού Στρατού, από το BBC και από αρχεία των χωρών και των δυο αντίπαλων στρατοπέδων. Η εξάωρη βερσιόν με τίτλο Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου έλαβε το ετήσιο βραβείο καλύτερης εκπομπής πληροφόρησης στην Ελλάδα, το 1997. Στα έξι ωριαία επεισόδια καταγράφονται οι μαρτυρίες 17 προσώπων που έζησαν ή μελέτησαν την περίοδο του εμφυλίου.
Μισό αιώνα μετά τη λήξη του εμφυλίου όλο και περισσότερα ντοκιμαντέρ φωτίζουν άγνωστες πτυχές της περιόδου αυτής. Η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Μακρόνησος (2008) των Ηλία Γιαννακάκη και Εύης Καραμπάτσου, παραθέτει για πρώτη φορά την μαρτυρία του 90χρονου, την εποχή του γυρίσματος, διοικητή του στρατοπέδου, το πρώτο ουσιαστικά καταγεγραμμένο ντοκουμέντο μαρτυρίας της άλλης πλευράς, ο οποίος «συνομιλεί» με πρώην κρατουμένους που επισκέπτονται το νησί.
Αφανείς ήρωες του Εμφυλίου γίνονται πρωταγωνιστές στη Ζωή στους βράχους (2009) της Αλίντας Δημητρίου και στο βραβευμένο από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου Άλλος δρόμος δεν υπήρχε (2009) του Σταύρου Ψυλλάκη.


Από τη μία οι αντάρτισσες - «γυναίκες της διπλανής πόρτας» κι από την άλλη οι εναπομείναντες αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη, παράνομοι για χρόνια στο νομό Χανίων μαζί με εκείνους που με αυτοθυσία τους προστάτεψαν. Τέλος η ιδεολογική μεταστροφή και ένταξη του Τούρκου Μιχρί Μπελί στον Δημοκρατικό Στρατό, αλλά και οι μετέπειτα συνέπειες της επιλογής του περιγράφονται στο Καπετάν Κεμάλ, ο σύντροφος (2008) του Φώτου Λαμπρινού.
Φωτογραφικό υλικό για το αφιέρωμα θα βρείτε στη διεύθυνση:

Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο http://www.tainiothiki.gr